«Τι ερωτήματα αναφύονται. Υπόθεση Κορωνοϊός»

«Τι ερωτήματα αναφύονται. Υπόθεση Κορωνοϊός»

«Τι ερωτήματα αναφύονται. Υπόθεση Κορωνοϊός»

Σημείωμα του Δελτίου Εργατικής Νομοθεσίας

 

 

 

Στο ερώτημα αν ο εργοδότης μπορή να ζητήση από (υγιείς) μισθωτούς του, για λόγους προλήψεως, και ενώ η επιχείρηση συνεχίζει να λειτουργή, να απόσχουν από την εργασία τους επί κάποιο διάστημα, ώστε να διαφυλαχθούν οι υπόλοιποι μισθωτοί από την ενδεχόμενη μετάδοση του κορωνοϊού, δίνουν απάντηση τα άρθρα 42, 45 και 49 του Ειδικού για τα Μέτρα Υγιεινής και Ασφαλείας Ν. 3850/2010 (ΔΕΝ 2010 σελ. 786).

Στο άρθρο 42 παρ.1 ορίζεται οτι ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζη την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας. Στο ίδιο άρθρο, στην παρ. 6 ορίζεται μεταξύ άλλων ότι ο εργοδότης υποχρεούται ε) να καταρτίζη πρόγραμμα προληπτικής δράσεως και βελτιώσεως των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση, η) να λαμβάνη συλλογικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων... Στην παρ. 7 ορίζεται ότι στις γενικές αρχές προλήψεως ανήκει και ζ) η προτεραιότητα στην λήψη μέτρων ομαδικής προστασίας. Τέλος στην παρ. 10 του ιδίου άρθρου 42 ορίζεται ότι «τα μέτρα για την ασφάλεια, την υγεία και την υγιεινή κατά την εργασία, σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγονται την οικονομική επιβάρυνση των εργαζομένων». Στο άρθρο 45 παρ. 3 ορίζεται ότι ο εργοδότης οφείλει γ) να λαμβάνη μέτρα και να δίνη οδηγίες στους εργαζομένους, ώστε να μπορούν σε περίπτωση σοβαρού, άμεσου και αναπόφευκτου κινδύνου, να διακόπτουν την εργασία ή/και να εγκαταλείπουν αμέσως τον χώρο εργασίας...

Στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται οτι ο εργαζόμενος, ο οποίος σε περίπτωση σοβαρού, άμεσου και αναπόφευκτου κινδύνου, απομακρύνεται από την θέση εργασίας του... δεν επιτρέπεται να υποστή καμμία δυσμενή επίπτωση και πρέπει να προστατεύεται από κάθε ζημιογόνο και αδικαιολόγητη συνέπεια σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Τέλος στο άρθρο 49 «Υποχρεώσεις εργαζομένων» ορίζεται ότι κάθε εργαζόμενος έχει υποχρέωση να εφαρμόζη τους κανόνες υγείας και ασφαλείας και να φροντίζη ανάλογα με τις δυνατότητές του, για την ασφάλεια και την υγεία του καθώς και για την ασφάλεια και την υγεία των άλλων ατόμων που επηρεάζονται από τις πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εργασία.

Βάσει των ανωτέρω ο εργοδότης έχει δικαίωμα να απαιτήση από τους μισθωτούς να απόσχουν από την εργασία τους για κάποιο διάστημα, καταβάλλοντας όμως τις αποδοχές τους για το διάστημα αυτό. Επίσης ο εργοδότης θα μπορούσε ενδεχομένως μονομερώς να ζητήση από τους μισθωτούς του να παρέχουν για ένα διάστημα την εργασία τους από την οικία τους (τηλεργασία), με την τήρηση των λοιπών κανόνων που θεσπίζονται από τον Ν. 3846/10 (Βλ. σχετική Αλληλογραφία στο ΔΕΝ 2020, τεύχος 1759 σελ. 280)

Αποδοχές δεν οφείλει ο εργοδότης, μόνον αν διακόπτεται η λειτουργία της επιχειρήσεως με διαταγή της Αρχής, διότι τότε συντρέχει λόγος ανωτέρας βία και εφαρμογή έχει το άρθρο 656 ΑΚ, που απαλλάσσει τον εργοδότη από την καταβολή αποδοχών.

Στα απορρέοντα από τον Ν. 3850/10 δικαιώματα του εργοδότου ανήκει νομίζουμε και το δικαίωμα να υποδείξη στους μισθωτούς να μην επισκέπτωνται περιοχές στις οποίες, όπως έχει αναφερθή από τις αρμόδιες πηγές, έχει διαδοθή ο κορωνοϊός, αφού η πραγματοποίηση του ταξιδιού μπορεί να έχη ως συνέπεια την μετάδοση της ασθένειας τόσο στον ίδιο όσο και, κατά την επιστροφή του, στους λοιπούς μισθωτούς της επιχειρήσεως. Αντιστοίχως ο εργαζόμενος οφείλει να δηλώση στον εργοδότη την πρόθεσή του για ένα τέτοιο ταξίδι και τους λόγους που το επιβάλλουν.

Ένα τέτοιο ταξίδι θα ήταν ενδεχομένως αποδεκτό αν ήταν αναγκαίο (π.χ. εάν υπάρχη απόλυτη ανάγκη να επισκεφθή ο μισθωτός τέκνο ή συγγενή του του οποίου η κατάσταση υγείας π.χ. επιβάλλει την παρουσία του).

Ως προς το ζήτημα αν οφείλη ο εργοδότης να χορηγήση άδεια στον γονέα του οποίου το παιδί έχει ασθενήσει από τον κορωνοϊό, η νομοθεσία μας δίδει απάντηση με το άρθρο 7 του Ν. 1483/84 «Άδεια απουσίας για ασθένεια εξαρτωμένων μελών». Στην διάταξη ορίζεται ότι μπορεί στους εργαζομένους να χορηγήται άδεια άνευ αποδοχών μέχρι 6 εργάσιμες ημέρες κάθε ημερολογιακό έτος. Η άδεια αυτή αυξάνεται σε 8 εργάσιμες όταν ο δικαιούχος προστατεύη 2 παιδιά και σε 10 εργάσιμες ημέρες για περισσότερα από δύο παιδιά. Με την ΕΓΣΣΕ έτους 2000 η άδεια αυτή έχει αυξηθή σε 12 εργάσιμες ημέρες και εν συνεχεία με την ΕΓΣΣΕ έτους 2008, σε 14 εργάσιμες ημέρες όταν ο εργαζόμενος προστατεύη 3 παιδιά και άνω.

Ως εξαρτώμενα τέκνα για την εφαρμογή της ανωτέρω αδείας θεωρούνται τα μέχρι 16 ετών παιδιά, εφ’ όσον οι γονείς έχουν την επιμέλειά τους.

Με τον Ν. 4075/12 άρθρο 51 έχει καθιερωθή και «άδεια νοσηλείας» μέχρι 30 εργασίμων ημερών, άνευ αποδοχών, για παιδιά μέχρι 18 ετών, η οποία χορηγείται σε περίπτωση ασθενείας (ή ατυχήματος) παιδιού εφόσον είναι αναγκαία η άμεση παρουσία του εργαζομένου στο παιδί.

Για όλα τα ανωτέρω βλ. Αλληλογραφία ΔΕΝ 2016 σελ. 363.

Ως προς το θέμα αν ο εργοδότης οφείλη να χορηγήση άδεια στον εργαζόμενο (ιδιαιτέρως στην εργαζόμενη μητέρα), λόγω του ότι το σχολείο των παιδιών παραμένει κατόπιν ειδικής αποφάσεως κλειστό, και κυρίως αν οφείλη αποδοχές κατά το διάστημα της αδείας αυτής: Το αν θα χορηγηθή άδεια και πόση εξαρτάται από την καλή πίστη και τις ανάγκες της επιχειρήσεως αφ’ ενός και της εργαζομένης αφ΄ ετέρου. Για την άδεια αυτή δεν οφείλονται αποδοχές, αφού κατά την νομοθεσία, άνευ αποδοχών είναι και το μείζον, δηλαδή η άδεια για ασθένεια των παιδιών. Οι ανάγκες των γονέων θα καλυφθούν με άλλο τρόπο, όπως συμβαίνει άλλωστε και κατά τα διαστήματα των διακοπών του σχολείου κατά την διάρκεια του έτους, κατά τα οποία εξακολουθεί να υπάρχη υποχρέωση παροχής εργασίας. Βεβαίως ο «άλλος τρόπος», ειδικά για τον κορωνοϊό, δεν περιλαμβάνει και τους έχοντες κάποια ηλικία παππούδες-γιαγιάδες οι οποίοι αποτελούν άτομα υψηλού κινδύνου...