«ΑΔΕΙΑ και αποδοχές-επίδομα αδείας»

«ΑΔΕΙΑ και αποδοχές-επίδομα αδείας»

Ι. Δεν δικαιούται να λάβη αποδοχές και επίδομα αδείας όποιος δεν έχει δικαίωμα αδείας.

ΙΙ. Δεν χάνει το δικαίωμα αδείας ο μισθωτός που υπερβαίνει τα όρια βραχείας ασθενείας.

(Η κρίση της ΑΠ 7/2019 Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου)

 

 

Το ερώτημα το οποίο υπεβλήθη στην Πλήρη Ολομέλεια, ως αφορών ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, ήταν αν η καταβολή αποδοχών αδείας (και επιδόματος αδείας) στον εργαζόμενο είναι ή όχι άρρηκτα συνδεδεμένη με την χορήγηση της αδείας, δηλαδή με την ύπαρξη δικαιώματος αδείας για το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος.

Στο ερώτημα αυτό η Ολομέλεια απαντά κατηγορηματικά ότι «η λήψη αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας προϋποθέτει την λήψη αδείας, αφού οι εν λόγω αποδοχές και το ανάλογο επίδομα αδείας δεν αποτελούν ανεξάρτητο και αυτοτελές δικαίωμα του μισθωτού, αλλά παρεπόμενο του κυρίου δικαιώματος, δηλαδή του δικαιώματος λήψεως της αδείας. Επομένως όταν για λόγους που αφορούν τον εργαζόμενο δεν οφείλεται άδεια, δεν οφείλονται και αποδοχές και επίδομα αδείας, αφού οι επί μέρους παροχές που συνθέτουν την άδεια αναψυχής έχουν στενή και άμεση εξάρτηση,  η δε σχετική αξίωση είναι ενιαία και αδιαίρετη». Γίνεται παραπομπή στην ορθή κρίση της ΑΠ 1139/74 Ολομ. κ.ά. αποφάσεων, δηλαδή στην παλαιότερη Νομολογία του Αρείου Πάγου, και όχι στην μεμονωμένη ΑΠ 27/2004 Ολομ., η οποία έκρινε ότι οι αποδοχές και το επίδομα αδείας είναι διαφορετικές αξιώσεις και δεν υπόκεινται σε συμψηφισμό όταν απόλλυται το δικαίωμα σε κανονική άδεια, άποψη  την οποία ασπάζεται και το Υπουργείο Εργασίας.

Συνεπώς για να χορηγηθούν αποδοχές και επίδομα αδείας για κάθε ημερολογιακό έτος εξετάζεται αν υπάρχη δικαίωμα αδείας. Οι αποδοχές και το επίδομα αδείας προκαταβάλλονται κατά την έναρξη της αδείας (όταν χορηγήται αυτούσια), χορηγούνται δε όταν δεν έχη δοθή άδεια μέχρι 31.12 του κάθε έτους (δήλη ημέρα) απλές ή με προσαύξηση 100%, καθώς και όταν λύεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο η σχέση εργασίας. Σε όλες τις περιπτώσεις αυτές, για την χορήγηση αποδοχών και επιδόματος αδείας προϋποτίθεται να υπάρχη δικαίωμα λήψεως αδείας.

Πέρα τούτου η απόφαση 7/2019 της Ολομελείας κρίνει ειδικά για το αν η αποχή από την εργασία πέρα των ορίων βραχείας ασθενείας έχη ως συνέπεια να χάνη ο μισθωτός το δικαίωμα αδείας.

Δέχεται λοιπόν ότι και αν υπάρχη υπέρβαση των ορίων βραχείας ασθενείας, ο ασθενής μισθωτός δεν χάνει το δικαίωμα της αδείας και συνεπώς δικαιούται να λάβη τις αποδοχές και το επίδομα αδείας όταν (όπως στην συγκεκριμένη επίδικη περίπτωση) λύεται η σχέση εργασίας του.

Έτσι επικυροί την απόφαση 5417/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το Δικαστήριο αυτό, δικάζον ως Εφετείο επί εφέσεως κατ’ αποφάσεως Ειρηνοδικείου και «υιοθετώντας την ευνοϊκή για τον εργαζόμενο άποψη της Ολομ. ΑΠ 27/2004», όπως αναφέρει η ΑΠ 7/2019, είχε δεχθή ότι ο εργαζόμενος του οποίου ελύθη η σχέση εργασίας εδικαιούτο να λάβη τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, παρά το ότι είχε απολέσει (με την απουσία του πέρα των ορίων της βραχείας ασθενείας) το δικαίωμα αδείας για το ημερολογιακό έτος. Η επικύρωση γίνεται λόγω του ότι η απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθηνών «κατέληξε σε ορθό διατακτικό έστω και με διαφορετική αιτιολογία».

Χρυσούλα Πετίνη-Πηνιώτη

Δικηγόρος

Επιμέλεια Συντάξεως του Δελτίου Εργατικής Νομοθεσίας

► Ακολουθήστε την σελίδα μας στο Facebook.