Αποτελούν οι συγκοινωνιακές δυσχέρειες ανυπαίτιο κώλυμα ώστε να οφείλεται το ημερομίσθιο;

Η αποχή του μισθωτού από την εργασία του ή η καθυστέρηση προσελεύσεώς του λόγω της απεργίας των λεωφορείων και λοιπών μέσων μαζικής μεταφοράς, δεν μπορεί να θεωρηθή ως σπουδαίος λόγος (ανυπαίτιο κώλυμα) για το οποίο οφείλεται ημερομίσθιο, παρά μόνον εφ’ όσον στη συγκεκριμένη περίπτωση εμφανίζεται ως απολύτως δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όπως π.χ. συμβαίνει όταν η απεργία των λεωφορείων κ.λπ. συνέπεσε με απεργία των ταξί και έτσι κατέστησε, τουλάχιστον για όσους μισθωτούς δεν διαθέτουν ιδιόκτητο μέσον μεταφοράς, αντικειμενικώς αδύνατη την μετάβαση στην εργασία.

Δεν μπορεί, βεβαίως, να θεωρηθή ούτε ως αδικαιολόγητη απουσία, εφ’ όσον η δυσχέρεια του μισθωτού γνωστοποιήθηκε εγκαίρως στον εργοδότη.

Περισσότερα βλέπετε στο ΔΕΝ 2011 σελ. 1303, 2017 σελ. 137 και 2014, τεύχος 1653 σελ. 1105 επ.

Τι συνιστά υπερεργασία, υπερωρία;

Tο γενικώς ισχύον από 1.1.84 μέχρι σήμερα ωράριο είναι οι 40 ώρες την εβδομάδα Έχει καθιερωθή με την από 14-2-84 Eθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΔEN 1984 σελ. 155) και, ως εκ τούτου χαρακτηρίζεται ως «συμβατικό» ωράριο.

Με το αρ. 55 Ν. 4808/21 (ΔΕΝ 2021 σελ. 1025) προβλέπεται επίσης ότι σε όλους ανεξαιρέτως τους κλάδους της οικονομίας, η πλήρης απασχόληση καθορίζεται σε 40 ώρες εβδομαδιαίως, οι οποίες μπορούν  να κατανέμονται σε πενθήμερη ή εξαήμερη εβδομαδιαία εργασία.

Ως συμβατικό ωράριο χαρακτηρίζεται και το τυχόν μικρότερο των 40 ωρών εβδομαδιαίως ισχύον ωράριο, το οποίο έχει καθιερωθή με ειδικώτερη Συλλογική Σύμβαση ή και με την ατομική σύμβαση.

Προς το συμβατικό ωράριο αντιδιαστέλλεται το «νόμιμο» ωράριο, εκείνο δηλαδή που έχει καθιερωθή με νόμο ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση (AΠ 587/94 – ΔEN 1995 σελ. 21).

H υπέρβαση του συμβατικού ωραρίου συνιστά ή A) πρόσθετη εργασία, όταν αφορά απασχόληση πέραν τού, τυχόν, μικροτέρου των 40 ωρών συμβατικού ωραρίου και μέχρι 40 ώρες ή B) υπερεργασία, όταν αφορά απασχόληση πέρα των 40 ωρών και μέχρι του νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου, ή Γ) υπερωρία, όταν αφορά απασχόληση πέραν του νομίμου εβδομαδιαίου ή και ημερησίου ωραρίου. Γιά την επί πλέον αυτή εργασία και την αμοιβή της πρέπει να γίνουν οι εξής διακρίσεις:

A. Aπασχόληση πέρα του συμβατικού (μικροτέρου των 40 ωρών) ωραρίου και μέχρι των 40 ωρών:

Για την απασχόληση αυτή οφείλεται για κάθε ώρα, το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο απλό. H αμοιβή οφείλεται κατά το άρθρο 659 του Aστικού Kώδικος (βλ. και Αλλ. ΔEN 2009 σελ. 747).

B. Aπασχόληση πέρα των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι του νομίμου ωραρίου.

  • H απασχόληση αυτή θεωρείται ως υπερεργασία, παρέχεται κατά την κρίση του εργοδότου, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσηυξημένο κατά 20%και δεν συνυπολογίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχολήσεως. Συγκεκριμένα:

α) Για τους μισθωτούς που απασχολούνται με σύστημα 6ημέρου εβδομαδιαίας εργασίας, υπερεργασία χαρακτηρίζεται η απασχόληση μέχρι των 48 ωρών εβδομαδιαίως (από 41η έως 48η ώρα) και

β) Για τους μισθωτούς που απασχολούνται με σύστημα 5θημέρου εβδομαδιαίας εργασίας, υπερεργασία χαρακτηρίζεται η απασχόληση μέχρι των 45 ωρών εβδομαδιαίως (41η έως 45η ώρα).

Tα ανωτέρω ορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 1 του N. 3385/05 (ΔEN 2005, τεύχος 1455 σελ. 1119, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 74 του N. 3863/2010 (ΔEN 2010 σελ. 897).

ΠPOΣOXH: Yπερεργασία συνιστά η υπέρβαση των 40 ωρών εβδομαδιαίως. Oι ώρες υπερεργασίας εξευρίσκονται αφού αφαιρεθούν προηγουμένως οι ώρες υπερωρίας (υπέρβαση του ημερησίου ωραρίου βλ. και ΔEN 2016 σελ. 1214).

Γ. Aπασχόληση πέραν του νομίμου ωραρίου (υπερωρία):

  • Ως υπερωριακή απασχόλησηως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες, θεωρείται για όσους μεν εργαζομένους απασχολούνται με σύστημα 6ημέρουεβδομαδιαίας εργασίας, η εργασία πέρα των 48 ωρών την εβδομάδα και των 8 ωρών ημερησίως, ενώ για όσους απασχολούνται με σύστημα 5θημέρου, η απασχόληση πέρα των 45 ωρών την εβδομάδα και των 9 ωρών ημερησίως.

Για την υπερωριακή απασχόληση γίνονται στο άρθρο 58 του Ν. 4808/21, οι εξής διακρίσεις:

α) Για την πραγματοποίηση νομίμου υπερωρίας οι μισθωτοί δικαιούνται για κάθε ώρα και μέχρι την συμπλήρωση 150 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσηυξημένο κατά 40%.

β) Για κάθε ώρα υπερωρίας για την οποία δεν ετηρήθησαν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις και διαδικασίες εγκρίσεως (παράνομη υπερωρία), ο μισθωτός δικαιούται αποζημιώσεως ίσης με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσηυξημένο κατά 120%.

γ) Σε περίπτωση λήψεως αδείας πραγματοποιήσεως επί πλέον υπερωριών, το ωρομίσθιο καταβάλλεται ηυξημένο κατά 60% κατά τον N. 4808/21 άρθρο 58 παρ. 6.

ΠPOΣOXH: Yπερωρία συνιστά η υπέρβαση του ημερησίου ωραρίου, ανεξαρτήτως αν υπάρχη υπέρβαση και του εβδομαδιαίου ωραρίου (45 ή 48 ωρών).

Δικαιούται ο μισθωτός να λάβει εκ νέου τον μισθό του όταν το ίδιο ανυπαίτιο κώλυμα συνεχίζεται στο επόμενο εργασιακό έτος;

Ο μισθωτός διατηρεί την αξίωσή του για το μισθό μισού ή ενός του πολύ μηνός για την περίπτωση απουσίας του λόγω ανυπαιτίου κωλύματος. Εάν κατά την αλλαγή του εργασιακού έτους το κώλυμα συνεχίζεται εκ της αυτής αιτίας, ο μισθωτός δεν δικαιούται να λάβει εκ νέου τον μισθό μισού ή ενός το πολύ μηνός. Δικαιούται να λάβει εκ νέου τον μισθό του βάσει των άρθρων 657-658 ΑΚ μόνο εάν μετά την αλλαγή του εργασιακού του έτους αλλάζει και το κώλυμα παροχής εργασίας.

(Βλ. αναλυτικά ΔΕΝ 2013, τεύχος 1622 σελ. 440)

Τι δικαιούνται οι κληρονόμοι αποθανόντος μισθωτού;

Οι κληρονόμοι του μισθωτού δικαιούνται να ζητήσουν:

α) Τις πάσης φύσεως αποδοχές του μισθωτού για εργασία που έχει ήδη προσφέρει και για την οποία δεν έλαβε αμοιβή.

β) Τα επιδόματα εορτών ολόκληρα ή εν μέρει εφόσον έχει παρασχεθή εργασία από τον μισθωτό μέσα στα χρονικά διαστήματα-πλαίσια του δώρου.

γ) Τις αποδοχές και το επίδομα αδείας για μισθωτό που απεβίωσε πριν λάβει την οφειλόμενη άδεια.

(Βλ. αναλυτικά στο ΔΕΝ 2013, τεύχος 1628 σελ. 872)

Υπολογίζεται ο χρόνος αδείας άνευ αποδοχών ως χρόνος εργασιακής σχέσεως;

Η άδεια άνευ αποδοχών ρυθμίζεται από το άρθρο 62 του Ν. 4808/21 (ΔΕΝ 2021 σελ. 1025). Η λήψη της αδείας άνευ αποδοχών δεν στερεί στον μισθωτό από το δικαίωμα λήψεως της κανονικής αδείας. Ο χρόνος αδείας άνευ αποδοχών λαμβάνεται υπόψη ως χρόνος υπηρεσίας για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως καταγγελίας. Δεν λαμβάνεται υπόψη, πλην αντιθέτου συμφωνίας, ως προς τον υπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας-προϋπηρεσίας για την χορήγηση μισθολογικών παροχών για τις οποίες προϋποτίθεται η συμπλήρωση  χρόνου πραγματικής υπηρεσίας.

(Βλ. και Αλληλ. ΔΕΝ 2014, τεύχος 1648 σελ. 736)

Πώς υπολογίζεται το 10ήμερο στο ανυπαίτιο κώλυμα;

Κατά το άρθρο 657 ΑΚ ο μισθωτός διατηρεί την αξίωσή του επί τον μισθό, εάν μετά από 10ήμερη τουλάχιστον παροχή εργασίας κωλύεται να εργασθεί ένεκα σπουδαίου λόγου μη οφειλομένου σε υπαιτιότητά του. Στο 10ήμερο διάστημα παροχής πραγματικής εργασίας υπολογίζεται και η 6η ημέρα της εβδομάδος επί πενθημέρου. Κατά το σύστημα του πενθημέρου και η 6η ημέρα της εβδομάδος θεωρείται ως εργάσιμη ημέρα, δεδομένου ότι οι ώρες εργασίας που αντιστοιχούν σ’ αυτή έχουν μεταφερθή και προστεθή στις ώρες εργασίας των υπολοίπων πέντε ημερών της εβδομάδος. Δεν υπολογίζονται οι παρεμπίπτουσες στο δεκαήμερο ημέρες ασθενείας, ούτε η παρεμπίπτουσα Κυριακή.

(Βλ. αναλυτικά ΔΕΝ 2007, τεύχος 1487 σελ. 192 και ΔΕΝ 2022, τεύχος 1788-89 σελ. 1279).

Ποιούς δεσμεύουν οι ΣΣΕ-ΔΑ. Τί ισχύει όταν λήγουν;

1) Οι ΣΣΕ και ΔΑ δεσμεύουν μόνον τα μέλη των Οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων οι οποίες έχουν συμβληθή κατά την σύναψη της ΣΣΕ ή έχουν ευρεθή σε διένεξη η οποία ωδήγησε στην έκδοση της Διαιτητικής αποφάσεως, εκτός αν έχουν κηρυχθή υποχρεωτικές με απόφαση του Υπ. Εργασίας, οπότε δεσμεύουν και τους υπολοίπους εργοδότες και μισθωτούς, από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και όχι αναδρομικώς.

Πρέπει πάντοτε να εξετάζεται αν η συγκεκριμένη ΣΣΕ – ΔΑ δεσμεύη τον συγκεκριμένο εργοδότη και μισθωτό.

Για να υπάρχη υποχρέωση εφαρμογής της ΣΣΕ – ΔΑ πρέπει και ο εργοδότης και ο μισθωτός να είναι μέλη των Οργανώσεων που αναφέρονται στο κείμενο της κάθε ΣΣΕ – ΔΑ.

2) Την λήξη ή την καταγγελία της ΣΣΕ – ΔΑ ακολουθεί το τρίμηνο υποχρεωτικής παρατάσεως κατά το οποίο οι όροι διατηρούν την αναγκαστική τους ισχύ (εφ’ όσον βεβαίως δεν υπάρξη νέα δεσμευτική ΣΣΕ κατά το διάστημα αυτό). Ειδικώς για την ΕΓΣΣΕ, η υποχρεωτική παράταση είναι 6μηνη.

3) Μετά από την λήξη του τριμήνου, η ΣΣΕ – ΔΑ εισέρχεται στο στάδιο της μετενέργειας. Κατ’ αυτό παρέχεται στον εργοδότη το δικαίωμα μονομερούς (χωρίς την γνώμη του μισθωτού) μειώσεως των αποδοχών κατά τα ποσά των επιδομάτων που δεν μετενεργούν. Αυτό βεβαίως αφορά μόνον τους εργαζομένους που αμείβονται βάσει ΣΣΕ ή ΔΑ. Διατηρούνται μόνον ο βασικός μισθός της συγκεκριμένης ΣΣΕ – ΔΑ, καθώς και τα επιδόματα «ωρίμανσης» (δηλαδή τριετίες, πολυετίες κ.λπ.), σπουδών, τέκνων και επικινδύνου εργασίας (ἐφ’ όσον προβλέπει τέτοια επιδόματα η συγκεκριμένη ΣΣΕ – ΔΑ).

Τό στάδιο της μετενέργειας είναι απεριόριστο. Διαρκεί μέχρι συνάψεως νέας ΣΣΕ του ιδίου πεδίου εφαρμογής, δεσμευτικής για τον εργοδότη και τον μισθωτό ή μέχρι καταρτίσεως ατομικής συμβάσεως με διάφορο περιεχόμενο.

Σε περίπτωση ΜΕΡΙΚΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ απαιτείται επανυποβολή του Εντύπου Ε9 όταν μεταβάλλωνται οι αποδοχές;

Όπως έχει δεχθή το Υπ. Εργασίας με το υπ’ αριθμ. 30982/4.7.2013 Έγγραφό του (ΔΕΝ 2013 σελ. 1173 και ΔΕΝ 2015 σελ. 1339), δεν απαιτείται εκ νέου υποβολή των αποφάσεων του εργοδότου (μονομερής επιβολή εκ περιτροπής εργασίας) ή των συμφωνιών (μερική απασχόληση ή συμφωνουμένη εκ περιτροπής εργασία), όταν υπάρχη αλλαγή μόνον ως προς το ποσόν των αποδοχών, αλλά αρκεί η εντός της προθεσμίας (15 ημερών) υποβολή του ΠΙΝΑΚΟΣ Ε4 με τις νέες αποδοχές. Η ηλεκτρονική υποβολή της αποφάσεως ή συμφωνίας με το Ε9 έχει ως σκοπό την ενημέρωση του ΣΕΠΕ μονον για το σύστημα απασχολήσεως του μισθωτού.